You are on page 1of 4

Το µακελειό στο Christchurch

Η δολοφονία πενήντα ατόµων και ο τραυµατισµός πολλών άλλων από έναν


βαριά οπλισµένο φασίστα στη Νέα Ζηλανδία στις 15 Μαρτίου αποτελεί µια
προειδοποίηση προς όλο τον κόσµο. Αν και κατακερµατισµένοι και
αποδιοργανωµένοι, οι φασίστες αυξάνονται σε αριθµό και τον κίνδυνο που
αντιπροσωπευουν. Είναι ένας σαφής και καταφανέστατος κίνδυνος για την
εργατική τάξη και για όλες τις καταπιεσµένες οµάδες στην κοινωνία.

Ο συγκεκριµένος δολοφόνος θεωρεί τον εαυτό του «οικο-φασίστα», κάποιον


που υποστηρίζει µια φασιστική µορφή κυβέρνησης για υποτιθέµενους
οικολογικούς λόγους. Αυτοί οι άνθρωποι συχνά ευνοούν τη γενοκτονία ως
µέσο µείωσης του ανθρώπινου πληθυσµού της Γης σε αυτό που θεωρούν
βιώσιµο. Φυσικά, συχνά έχουν πολύ γνωστές ρατσιστικές ιδέες σχετικά µε τις
οποίες οι εθνικές οµάδες χρειάζονται περισσότερο ξεκαθάρισµα.

Τα ακριβή δόγµατα των φασιστών δεν είναι ιδιαίτερα σηµαντικά. Θα


υποστηρίξουν τον περιβαλλοντισµό ή τον αντι-περιβαλλοντισµό, την
ισλαµοφοβία ή τον αντισηµιτισµό, τον εθνικό εθνικισµό ή τον πολιτικό
εθνικισµό, κυρίως µε βάση αυτό που πιστεύουν ότι θα τους επιτρέψει να
αντλήσουν υποστήριξη. Το πραγµατικό περιεχόµενο της φασιστικής πολιτικής
είναι η βία. Μια οµάδα φασιστών συνιστά µια συνωµοσία για δολοφονία και
ένα φασιστικό κράτος είναι µια µηχανή γενοκτονίας.

Η ανάπτυξη του φασισµού δεν µπορεί να διαχωριστεί ούτε από τις εξελίξεις
στην παγκόσµια οικονοµία ούτε από τις τάσεις της επικρατούσας πολιτικής. Ο
παγκόσµιος καπιταλισµός βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η οικονοµική ανάπτυξη
επιβραδύνεται σε πολλές χώρες και το χάσµα µεταξύ πλουσίων και φτωχών
αυξάνεται σε επίπεδα που έχουν να παρατηρνηθούν από τον 19ο αιώνα. Η
παγκοσµιοποίηση υπονοµεύει την ικανότητα του έθνους-κράτους να ρυθµίζει
την οικονοµική ζωή. Σε όλο τον κόσµο, αναβαθµίζει τους κοινωνικούς
συµβιβασµούς µεταξύ των τάξεων που ήταν αποτέλεσµα προηγούµενων
αγώνων.

Σε αυτό το περιβάλλον, µερικά τµήµατα του πληθυσµού που δεν µπορούν να


συµµετάσχουν στον αγώνα της εργατικής τάξης απελπίζονται και στρέφονται
στο φασισµό. Όταν αυτές οι οµάδες γίνονται αρκετά µεγάλες, έρχονται στην
προσοχή των καπιταλιστών που τις βλέπουν ως µια πιθανό δύναµη για να την
χρησιµοποιήσουν εναντίον των οργανώσεων της εργατικής τάξης. Εν τω
µεταξύ, η υπονόµευση του εθνικού κράτους από την παγκοσµιοποίηση οδηγεί
τους καπιταλιστές να θωρακίσουν την υπεράσπισή του. Ο κρατικός
µηχανισµός ενισχύεται ενάντια στους εχθρούς της, στο εσωτερικό και µη, ενώ
το κράτος ανατρέχει όλο και πιο πολύ σε συστηµατικές ιδεολογικές εκστρατείες
για την εθνική ενότητα, για την πίστη στους εθνικούς µύθους και για να
µεταβάλει σε αποδιοποµπαίους τράγους µειονότητες που πιστεύουν σε
απεχθή θρησκεύµατα.
Εδώ στην Αυστραλία, τα στοιχεία για όλα αυτά είναι άφθονα. Η διχαστική εµ-
µονή µε την προστασία των συνόρων είναι µια αντίδραση στην παγκοσµιο-
ποίηση, που κάνει τους ανθρώπους πιο κινητικούς και µεταφράζεται σε συ-
γκλονιστικά επίπεδα ρατσιστικής σκληρότητας στους πρόσφυγες. Καταδεικνύ-
εται επίσης ως ένα πολύπλοκο σύνολο περιοριστικών θεωρήσεων (βίζας) για
τους διακινούµενους εργαζόµενους στην Αυστραλία, παρέχοντας στους εργο-
δότες την εξουσία να τους εµποδίζουν από το να διεκδικήσουν τα νόµιµα δι-
καιώµατά τους. Με τη σειρά της, η υπερεκµετάλλευση σε βάρος των µετανα-
στών εργαζοµένων χρησιµοποιείται για τη δηµιουργία ρατσιστικής δυσαρέ-
σκειας εναντίον των ίδιων των εργαζοµένων. Πολύ συχνά, συνδικαλιστές υιο-
θετούν µερικά κοντόθωρα συνθήµατα σχετικά µε τις "θέσεις εργασίας για τους
Aussies" που ενθαρρύνουν τον ρατσισµό και διαιρούν την εργατική τάξη.

Σε ένα πιο συγκεκριµένο επίπεδο, µια σειρά Αυστραλών πολιτικών έχουν δη-
µιουργήσει µια ατµόσφαιρα ισλαµοφοβίας από την οποία οι φασίστες της Αυ-
στραλίας έχουν ευνοηθεί. Ακριβώς ανάµεσα στους σηµερινούς οµοσπονδια-
κούς βουλευτές, µπορούµε να αναφέρουµε ως παραδείγµατα τους Scott
Morrison, Tony Abbott, Peter Dutton, George Christensen, Cory Bernardi,
Pauline Hanson, Brian Burston και τον πιο πρόσφατα εκκολαπτόµενο “αστέ-
ρα” Fraser Anning. Έξω από το Κοινοβούλιο, η ισλαµοφοβία διαδίδεται περισ-
σότερο ή από τον Τύπο Murdoch, τα πρωινά προγράµµατα της εµπορικής τη-
λεόρασης, το ραδιόφωνο του Sydney και τη σειρά Sky-after-dark TV. Όλοι
µαζί, οι εν λόγω πολιτικοί και τα συγκεκριµένα µέσα ενηµέρωσης έχουν τερά-
στιο αντίκτυπο στην κοινή γνώµη. Ο Συνασπισµός και συχνά οι κυβερνήσεις
των Εργατικών, µαζί µε σχεδόν όλα τα µέσα ενηµέρωσης, έχουν συµµετάσχει
σε ιδεολογικές εκστρατείες όχι µόνο για την προώθηση της ισλαµοφοβίας,
αλλά και για την Ηµέρα της Εισβολής, την ηµέρα ANZAC, τις λεγόµενες «αφρι-
κανικές συµµορίες», το πρόγραµµα Safe Schools και πολλά άλλα.

Αυτές οι αντιδραστικές εκστρατείες δείχνουν ότι υπάρχει µικρή διαφορά µεταξύ


της σκληρής ακροδεξιάς της Κοινοβουλευτικής Πολιτικής και των Φασιστών
όταν πρόκειται για απόψεις σχετικά µε καθηµερινά πολιτικά ζητήµατα. Η δια-
φορά µεταξύ τους είναι µερικές φορές η διάγνωση των θεµελιωδών αιτιών
τους και, βασικά, οι λύσεις που προτείνουν. Οι φασίστες κατηγορούν τις πα-
γκόσµιες µηχανορραφίες (συχνά από Εβραίους) και είναι πολύ πιο άµεσοι ως
προς την ανάγκη για ένα βίαιο, αυταρχικό κράτος και για ένα βίαιο µονοπάτι
για να φτάσουν εκεί. Στο Facebook και τις ιστοσελίδες συζήτησης, οι φασίστες
µετασχηµατίζονται και γίνονται από συνηθισµένοι αντιδραστικοί, σε κάποιους
που διατυπώνουν την ιδεολογία τους, επιχειρηµατολογούν για τη στρατηγική
και παρακινούν ο ένας τον άλλον για άσκηση βίας.

Η τροµοκρατία είναι η στρατηγική της χρήσης ή της αξιόπιστης απειλής βίας


για τη δηµιουργία ενός συγκεκριµένου πολιτικού κλίµατος για την προσωπική
ασφάλεια στον άµαχο πληθυσµό ή ένα ορισµένο µέρος του. Συχνά υιοθετείται
από το κράτος παρά από οµάδες ή άτοµα, αλλά η σφαγή του Christchurch
ταιριάζει ακριβώς στον ορισµό αυτό. Ο δολοφόνος προσπάθησε να
δηµιουργήσει φόβο στις καρδιές των Μουσουλµάνων στη Νέα Ζηλανδία,
επιδιώκοντας έναν φυλετικό πόλεµο για να δηµιουργήσει το οικο-φασιστικό
έθνοκρατικό του µόρφωµα. Όπως ήταν φυσικό, ο κόσµος αντέδρασε
σοκαρισµένος. Η συντριπτική πλειοψηφία στην Αυστραλία και τη Νέα
Ζηλανδία έχει υποχωρήσει, τόσο από τον φασισµό που τρέφει φιλοδοξίες όσο
και από την ευρύτερη δεξιά και τα ΜΜΕ που έχουν δηµιουργήσει το
περιβάλλον για να ευδοκιµήσουν οι φασιστικές ιδέες. Όπως λέει και η
παροιµία, αν δηµιουργήσετε το βάλτο, δεν µπορείτε να αποκηρύξετε τι
εξέρχεται από αυτόν.

Μετά από τη σφαγή, πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι ρωτούν "Γιατί δεν είχε
συλληφθεί αυτός ο τύπος πριν το κάνει; Γιατί δεν τον παρακολουθούσε
κανείς;“. Αν και αυτά τα ερωτήµατα θα µπορούσαν να οδηγήσουν σε
αποµάκρυνση ενός ή περισσότερων αξιωµατούχων της αστυνοµίας, οι
άνθρωποι που κάνλυν αυτά τα ερωτήµατα δηµιουργούν στην ουσία (µερικές
φορές ακούσια) το έδαφος για την επέκταση των εξουσιών του µηχανισµού
ασφαλείας του κράτους. Η στάση αυτή συνιστά µια εντελώς λάθος προσέγγιση
για την καταπολέµηση του φασισµού. Η αστυνοµία, οστρατό και οι υπηρεσίες
ασφαλείας είναι χώροι αναπαραγωγής για τους φασίστες και είναι δοµικά
ανίκανοι να ενεργήσουν αποτελεσµατικά εναντίον τους. Οτιδήποτε θετικό
κάνουν θα είναι σπασµωδικό και µε µισή καρδιά.

Ακόµα χειρότερα, οι εξουσίες και οι πόροι ενός ενισχυµένου κράτους


ασφαλείας αναπόφευκτα θα στραφούν εναντίον όλων των παραδοσιακών
στόχων του - των καταπιεσµένων οµάδων και των προοδευτικών κοινωνικών
κινηµάτων. Εποµένως, σε καµία περίπτωση δεν πρέπει να επικρίνουµε τις
αστυνοµικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες ασφαλείας ότι “δεν έκαναν καλά τη
δουλειά τους”. Η δουλειά τους είναι να περιφρουρούν µια άδικη κοινωνική τάξη
και ο φασισµός δεν αποτελεί απειλή γι’ αυτή.

Οµοίως, δεν πρέπει να εξετάζουµε τον έλεγχο των όπλων ως λύση για τη
φασιστική βία. Καµία νοµοθεσία δεν αφοπλίζει την αστυνοµία ή το στρατό -
και, καθώς τα όργανα αυτά προσελκύουν και παράγουν φασίστες, θα
µπορούν οι ίδιοι να οπλίζονται ανεξάρτητα από τους νόµους.

Υπάρχει µόνο ένας τρόπος να καταπολεµήσουµε αποτελεσµατικά τον


φασισµό, επειδή η µόνη δύναµη που µπορεί να νικήσει τον φασισµό είναι η
οργανωµένη εργατική τάξη. Χρειαζόµαστε ένα ενωµένο µέτωπο όπου όλοι οι
στόχοι των φασιστών συναντιούνται στον αγώνα. Σε αυτό το ενιαίο µέτωπο
χωρούν βέβαια διαφορετικές πολιτικές προοπτικές και ποικίλες τακτικές, αλλά
αν µπορούµε να συµφωνήσουµε για την ανάγκη να δράσουµε µαζί ενάντια
στον κοινό εχθρό, αυτό µπορεί να αποβεί αποτελεσµατική. Κατά τη διάρκεια
του αγώνα, η εγκυρότητα των Αναρχικών Κοµµουνιστικών αρχών και
οργανωτικών προσεγγίσεων θα αποδειχθεί σε ολοένα αυξανόµενο αριθµό
εργαζοµένων.
Είναι προς την κατεύθυνση αυτής της προοπτικής που εµείς στο Melbourne
Anarchist Communist Group (MACG - Αναρχική Κοµµουνιστική Οµάδα
Μελβούρνης συµµετέχει στο PUSH! Οργάνωση και Εκπαίδευση για την
Οικοδόµηση Ενιαίου Μετώπου Ενάντια στον Φασισµό. Καλούµε τους
αναρχικούς σε όλο τον κόσµο να συµµετέχουν επίσης στον αγώνα για την
οικοδόµηση ενωµένων µετώπων. Πρόκειται για µια στρατηγική για την
αποφυγή του δίδυµου λάθους, της σεχταριστικής αποµόνωσης, από τη µια, η
οποία διαιρεί τους αντιφασίστες, και της πολιτικής συνθηκολόγησης, από την
άλλη, η οποία θα µας οδηγήσει στη καταστροφή. Πορευόµαστε χωριστά, αλλά
χτυπάµε µαζί.

No Pasaran!

*Το κείµενο είναι από το ιστολόγιο της MACG εδώ: https://melbacg.word-


press.com/2019/04/02/the-christchurch-massacre/ Δηµοσιεύτηκε και στο
Anarkismo εδώ: https://www.anarkismo.net/article/31372 Μετάφραση: Ούτε
Θεός-Ούτε Αφέντης.